Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Ἀρχιεπίσκοπος Χριστιανουπόλεως


Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος γεννήθηκε στὴν Καρύταινα τῆς Γορτυνίας περὶ τὸ 1640 καὶ τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Ἀναστάσιος Κορφηνός. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Ἀνδρέας καὶ Εὐφροσύνη καὶ εἶχαν ἀκόμη τρία τέκνα. Ὑποθέτουμε πὼς τὰ πρῶτα γράμματα τὰ ἔμαθε στὴν γενέτειρά του καὶ στὴν συνέχεια μᾶλλον φοίτησε στὴν περίφημη σχολὴ τῆς μονῆς Φιλοσόφου καὶ ἀργότερα, ὡς κληρικός, στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ὅταν ὁ Ἀναστάσιος βρισκόταν σὲ ἡλικία γάμου, οἱ γονεῖς του παρὰ τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἀκολουθήσει τὴ μοναχικὴ πολιτεία, ἐπέμεναν νὰ τὸν νυμφεύσουν. Ὁ πατέρας του μάλιστα, χωρὶς κὰν νὰ ἔχει τὴν σύμφωνη γνώμη τοῦ υἱοῦ του, τὸν ἀρραβώνιασε στὴν Πάτρα μὲ τὴν θυγατέρα ἑνὸς πλούσιου ἄρχοντος καὶ στὴν συνέχεια τὸν ἔστειλε στὸ Ναύπλιο νὰ προμηθευθεῖ τὰ γαμήλια πράγματα. Ὁ Ἀναστάσιος ὑπάκουσε στὴν πατρικὴ ἐντολὴ καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ Ναύπλιο. Στὸν δρόμο του πέρασε καὶ ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι τῆς Παναγίας στὸ Βιδόνι, κοντὰ στὸ χωριὸ Σύρνα καὶ ζήτησε τὴν θεία φώτιση.

Στὸ Ναύπλιο, ἀφοῦ ἀγόρασε ὅτι ἔπρεπε, πῆρε τὴν μεγάλη ἀπόφαση. Ἀναφέρεται πὼς τὴν προηγούμενη νύχτα τῆς προγραμματισμένης ἀναχωρήσεώς του γιὰ τὴν Καρύταινα, ἐνῷ βασανιζόταν ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τους νὰ πράξει, εἶδε στὸν ὕπνο του τὴν Παναγία μαζὶ μὲ τὸν Τίμιο Πρόδρομο, ἡ ὁποία ἀποκαλώντας τον μὲ τὸ ὄνομα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ λάβει ἀργότερα ὡς μοναχός, τοῦ εἶπε, σύμφωνα μὲ τὰ γραφόμενα τοῦ πρώτου βιογράφου του: «Σκεῦος ἐκλογῆς καὶ ὑπηρέτην τοῦ Υἱοῦ μου ἐπιθυμῶ νὰ γίνεις, Ἀθανάσιε. Ἀπέστειλε, λοιπόν, τοὺς δούλους σου μὲ τὰ νυμφικὰ ἱμάτια πρὸς τὸν πατέρα σου καὶ ἡ κόρη ἂς συζευχθεῖ ἄλλον ἄνδρα. Ἐσὺ δὲ νὰ πορευθεῖς στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ λάβεις ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ Θεός μου εὐδόκησε». Ἔτσι κι ἔγινε. Ὁ Ἀθανάσιος ἀπέστειλε πίσω τοὺς δούλους καὶ ἀναχώρησε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου, ἀφοῦ ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἀθανάσιος, χειροτονήθηκε κατόπιν διάκονος καὶ πρεσβύτερος.

Ἐπὶ τῆς πρώτης πατριαρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἰακώβου, ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος χειροτονεῖται Μητροπολίτης Χριστιανουπόλεως, ὑπέρτιμος καὶ ἔξαρχος πάσης Ἀρκαδίας, σὲ διαδοχὴ τοῦ Μητροπολίτου Εὐγενίου, ποὺ μὲ βάση σωζόμενα ἔγγραφα ἀρχιεράτευσε στὴν ἐκκλησιαστικὴ αὐτὴ ἐπαρχία ἀπὸ τὸ 1645 ἕως τὸ 1673 τουλάχιστον. Ὡς χρόνο τῆς χειροτονίας του πρέπει νὰ ὑποθέσουμε τὸ ἀργότερο τὰ τέλη τοῦ 1680 ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 1681, γιατί γιὰ πρώτη φορὰ ἀπαντᾶται τὸν Ἀπρίλιο αὐτοῦ τοῦ ἔτους, ὅταν ὑπογράφει ὡς μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν Κωνσταντινούπολη ἀφοριστικὸ γράμμα πρὸς τὸν Μητροπολίτη Εὐρίπου καὶ Ἐπίτροπο Μελενίκου.

Ὡς πρὸς τὴν ἕδρα τῆς Μητροπόλεως, ὁ τίτλος «Χριστιανουπόλεως» ὁδηγεῖ στὴν Χριστιανούπολη, τὸ σημερινὸ χωριὸ Χριστιάνοι. Οὐσιαστικὴ ὅμως ἕδρα τῆς Μητροπόλεως πρέπει νὰ θεωρήσουμε μὲ ἀσφάλεια τὴν πόλη τῆς Κυπαρισσίας.

Ἡ κατάσταση τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ἁγίου ἦταν οἰκονομικά, ἐκκλησιαστικὰ καὶ ἠθικὰ ἀπελπιστική. Ὅσο ὑπῆρχε στὴν Πελοπόννησο ἡ Τουρκικὴ κατάσταση, ἡ θέση τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ οἰκονομικὴ πλευρὰ ἦταν δεινή. Ἡ θρησκευτικὴ κατάσταση, παρὰ τὴν εὐεργετικὴ δράση τῶν μοναχῶν τοῦ Λουσίου καὶ τῆς σχολῆς τῆς μονῆς Φιλοσόφου καὶ ὅποιων ἄλλων, δὲν διέφερε καὶ πολύ, τὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια, ἀπὸ τὴν κατάσταση τῆς ὑπόδουλης χώρας.

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ἄρχισε ἀμέσως τὸν ἀγῶνα προκειμένου νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ διάφορα προβλήματα καὶ νὰ βελτιώσει τὴν κατάσταση. Πρῶτο μέλημά του ἦταν ἡ ἐξεύρεση κατάλληλων νέων γιὰ τους ἱερατικὸ ἀξίωμα. Προκειμένου νὰ πετύχει τὸν στόχο του ὁ Ἅγιος σύστησε σχολεῖα γιὰ τὴν στοιχειώδη λειτουργικὴ καὶ λοιπὴ ἐκπαίδευση τῶν ὑποψηφίων καὶ παράλληλα παραιτήθηκε ἀπὸ κάθε συνηθισμένη τότε οἰκονομικὴ προσφορά, ποὺ δινόταν ἐκ μέρους τους στὸν Ἀρχιερέα γιὰ τὴν συντήρηση τοῦ ἰδίου καὶ τῆς Ἐπισκοπῆς. Πιστεύοντας ὁ Ἅγιος πὼς ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἱερὸς θεσμός, ποὺ διατηρεῖ τὴν γνήσια πίστη στὸν Χριστὸ καὶ ὁ συνεκτικὸς κρίκος, ποὺ ἑνώνει τοὺς ὑπόδουλους Ἕλληνες καὶ συντηρεῖ τὴν ἐθνικὴ συνείδηση καὶ ἀκόμα πὼς οἱ ἐκκλησίες εἶναι τὸ κέντρο ἀναφορᾶς καὶ τὸ σημεῖο συναντήσεως καὶ κοινωνίας τῶν δύστυχων Ἑλλήνων, φρόντισε γιὰ τὴν ἐπισκευὴ καὶ συντήρησή τους, ὅσο βέβαια αὐτὸ ἦταν ἐφικτὸ καὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς πλευρᾶς καὶ ἀπὸ πλευρᾶς χορηγήσεως ἀδείας ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ὁ Ἅγιος ἐνδιαφέρθηκε καὶ γιὰ τὰ μοναστήρια, τὶς ἱερὲς αὐτὲς ἑστίες τῆς σωτηρίας, τὰ κέντρα φωτισμοῦ καὶ φιλανθρωπίας, ποὺ πρωτοστάτησαν στὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ ὑπόδουλου Γένους.

Πρὸς τὸ ποίμνιό του ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος στάθηκε ἀληθινὸς Ἐπίσκοπος καὶ μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐνδιαφέρθηκε ὄχι μόνο γιὰ τοὺς τόπους λατρείας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν διακονία τοῦ λαοῦ του, προκειμένου νὰ τὸν ἀνακουφίσει ἀπὸ τὰ καθημερινὰ δεινὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς δουλειᾶς. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὰ ὀρφανά, τὶς χῆρες, τοὺς ἀνήμπορους γέροντες, τοὺς διωκόμενους καὶ ἀδικούμενους ἦταν μοναδική.
Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς παρέσχε στὸν Ἅγιο «μισθό» καὶ τὸν ἀξίωσε ἤδη ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωή του ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κοίμησή του νὰ ἐπιτελεῖ σημεῖα καὶ θαύματα. Ἀναφέρεται πώς, ὅταν ὁ Ἅγιος λειτουργοῦσε, τὴν στιγμὴ ποὺ ἔβγαινε στὴν Ὡραία Πύλη νὰ πεῖ τὸ «Κύριε, Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἴδε…», οἱ πιστοὶ ἔβλεπαν μπροστὰ στὸ στόμα του ἕνα φεγγοβόλο ἀστέρι.

Ἔτσι, ἀφοῦ ποίμανε θεοφιλῶς τὸ ποίμνιό του καὶ διακόνησε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος κοιμήθηκε μετὰ ἀπὸ ὀλιγοήμερη ἀσθένεια τὸ 1707 ἢ τὸ 1708. Λίγα χρόνια ἀργότερα, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1710 – 1713 ἔγινε ἡ ἐκταφή του καὶ τὸ ἱερὸ λείψανο βρέθηκε στὸ μεγαλύτερο μέρος του ἀδιάλυτο καὶ μυροβόλο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοὺς τελοῦντας τὴν μνήμην, καὶ τιμώντας τὸ σῶμά σου, καὶ πανευλαβῶς προσκυνοῦντας τὴν μυρίπνοον Κάραν σου, ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς Θεόν, ἱκέτευε Χριστὸν τὸν ἀγαθόν, καὶ ταῖς σαῖς θερμαῖς πρεσβείαις, τῶν κινδύνων σῷζε, ὦ ἅγιε Ἀθανάσιε. Ἔχων δὲ καὶ συμπρεσβευτήν, τὸν μέγαν Κυρίου Πρόδρομον, ἔσο ἀοράτως τῆς Μονῆς, φρουρὸς καὶ προπύργιον.


Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὁ δοξασθεὶς παρὰ Θεοῦ θαυμασίως, δι’ εὐωδίας καὶ θαυμάτων ποικίλων, ἐν τοῖς ἐσχάτοις χρόνοις, Ἀθανάσιε, φάνηθι ταχύτατος, καὶ θερμὸς ἀντιλήπτωρ, τῶν δεινῶν λυτρούμενος· τοὺς πιστῶς σε τιμῶντας, καὶ τοὺς τὰ λείψανα κατέχοντας τὰ σά, πρὸς μετανοίας ὁδὸν χειραγώγησον.


Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρόνικος καὶ Ἰουνία οἱ Ἀπόστολοι

Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι Ἀνδρόνικος καὶ Ἰουνία συγκαταλέγονται ἀνάμεσα στοὺς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους τοῦ Κυρίου μας, τοὺς ὁποίους ἑορτάζουμε στὶς 4 Ἰανουαρίου.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Δυὰς φωτοειδής, ἱερῶν Ἀποστόλων, καὶ κήρυκες Χριστοῦ, ἀνεδείχθητε κόσμῳ, τοῖς πᾶσι κατασπείραντες, τὸ τῆς χάριτος κήρυγμα· ὅθεν σήμερον, ὑμᾶς πιστῶς εὐφημοῦμεν, ὦ Ἀνδρόνικε, καὶ Ἰουνία θεόφρον, Χριστὸν μεγαλύνοντες.


Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς εὐκλεεῖς, τῶν Ἀποστόλων σύναυλοι, καὶ ἀληθεῖς, τοῦ Ἰησοῦ διάκονοι, τῆς αὐτοῦ συγκαταβάσεως, ἱεροφάντορες ἐδείχθητε· τὴν χάριν γὰρ τοῦ Πνεύματος δεξάμενοι, Ἀνδρόνικε καὶ Ἰουνία ἔνδοξοι, ὡς λύχνοι τοῖς πέρασιν ἐφάνατε.


Μεγαλυνάριον.
Παῦλος ὁ οὐράνιος συγγενεῖς, καὶ ἐν Ἀποστόλοις, ἐπισήμους ὑμᾶς καλεῖ, Ἀνδρόνικε μάκαρ, καὶ θεία Ἰουνία· Χριστοῦ γὰρ θεηγόροι, ὤφθητε κήρυκες.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Συνολικές προβολές σελίδας

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ: Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΓΓΝΩΜΗΣ

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ: Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΓΓΝΩΜΗΣ
«Σηλυβρίας τον γόνον και Αιγίνης τον έφορον, τον εσχάτοις χρόνοις φανέντα, αρετής φίλον γνήσιον, Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ως ένθεον θεράποντα Χριστού· αναβλύζει γαρ ιάσεις παντοδαπάς, τοις ευλαβώς κραυγάζουσι· δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σου πάσιν ιάματα»

Άμφια του Αγίου

Άμφια του Αγίου
Βρίσκονται στον Μητροπολιτικο Ναό της Χίου

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΕ ΕΓΡΑΦΟ (1902)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΕ ΕΓΡΑΦΟ (1902)

ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ
Η Φοιτητική Εστία θηλέων "Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ" Αμαλιάδας στεγάζεται σε 2όροφο κτίριο εντός του προαυλίου του Ιερού Προσκυνήματος του Αγίου Νεκταρίου, σε μια ήσυχη γειτονιά εντός της πόλεως της Αμαλιάδας. Σήμερα φιλοξενεί περί τις 8 φοιτήτριες από τα Τ.Ε.Ι της περιοχής.

Ζωοδοχος πηγη

Ζωοδοχος πηγη